Παρασκευή, Ιούνιος 19, 2009

Έτσι όπως η ζωή με περιζώνει


Έτσι όπως η ζωή με περιζώνει

Έτσι όπως η ζωή με περιζώνει,
με τον λυγμό στο στήθος μου πνιγμένο,
τη μνήμη ανήλεη να σε δικαιώνει,
σε κάθε λέξη, ακόμη, ν’ ανασαίνω

την απουσία που όλα τ’ αξιώνει
και υποτακτικός τής τα πηγαίνω,
και το άγραφο τη Γλώσσα να στοιχειώνει
και να ντροπιάζει πάντα το γραμμένο,

φαγώθηκαν τα χείλη από τις λέξεις
και δεν ανοίγουν σε φιλιά άλλα χείλη·
το απέραντο γαλάζιο όχι αντιστύλι

και, η περηφάνεια, ισχνή για να συντρέξεις·
κι οι γύρω να μην είν’ εχθροί ούτε φίλοι.
Έτσι έκθετος να ζεις κι έτσι ν’ αντέξεις.


© Θεοδόσης Βολκώφ

PRECATIO


PRECATIO

Εσύ που αρέσκεσαι
ασχήμια και ομορφιά αναίτια να ταιριάζεις
κι εκεί που δύναμη παραχωρείς
σωρεύεις τις πληγές ανά εκατό

αφού αλίμονο ομορφιά δε μού ‘χεις δώσει
και μόνο λύπηση και χλεύη αποσπώ

κάνε να στρέψω αλλού τη δύναμή μου
και να μη θέλω πια το κάθε θηλυκό.

© Θεοδόσης Βολκώφ

FRAGMENTA PSALMORUM



FRAGMENTA PSALMORUM


I
Ρώτησες κάποτε; Πλέον όμως δε ρωτάς.
Κι όταν εγώ ρωτώ, φρικτά σωπαίνεις.
Δεν ξέρω πώς μισείς, πώς αγαπάς,
αν κάτι απ’ όλους μας ακόμα περιμένεις.

ΙΙ
Σ’ ένιωσα χείμαρρο φωτιάς μες στον γκρεμό,
κι έκτοτε βρίσκομαι εκεί απ’ όπου λείπεις,
και τόλμησα και απάντησα, ιδού, ιδού εγώ,
κι έγινα ο περίγελως και το άθυρμα της λύπης.

ΙΙΙ
Πίστη αβάσταγη, τραχιά, χωρίς ελπίδα·
πιστεύω, πίστευσα, πιστεύσω· με πιστεύεις;
κι είμαι όλος έγνοια κι αγωνία και φροντίδα,
κι Εσύ τη Λέξη μέσα μου όλο και στερεύεις.

ΙV
Σκιά σκιάς με δίχως περηφάνεια,
έρημος τον εαυτό μου να κακίζω,
ξένος του κόσμου Εσέ δοξολογώ
και μέσα σε λυγμούς εμένα υβρίζω.

V
Όλος ανόμημα και αήττητη εντός μου αμαρτία·
σκέψη ισχνή, πράξη άπραγη, του εαυτού μου είμαι η απουσία·
κι όπου κι αν δώσεις να σταθώ, εγώ είμαι λάθος·
κίνηση αέναη, δρόμος κανείς, και στείρο πάθος.

VI
Aν ό,τι γνώριζα πια δε γνωρίζω
κι ό,τι κι αν άγγιξα χαλκεύω
και πράττοντας τα πράγματα ψευτίζω,
δείξε μου πού -αν κάπου- αληθεύω.

VII
Τη θλίψη μου κατοίκησα, φωνή που λιώνει,
μα πριν – αντρειεύεται η άσκυφτη βλαστήμια:
είμαι το ασλάνι σου το μαύρο μες στ’ αγρίμια,
ούτε μετ’ από Σένα ο Άνθρωπος τελειώνει.

VIII
Aπ’ ό,τι κράτησα ή κρατώ τι μέλλει να κρατήσω;
Από τον Χρόνο Σου αλώνονται τα μύχια.
Τι αγαπώ; Τι αγάπησα; Μπορώ να αγαπήσω
με όλα τα δόντια που έχω και τα νύχια;

IX
Ας ήσουν η ελάχιστη φωνή, όμως δεν είσαι.
Σε απώλεσα· Σε απώλεσα· Εσύ ας με κερδίσεις·
το δράμα που όλο δένεται, μια και για πάντα, λύσε·
γράψε με ακόμα μια φορά -στερνή- προτού με σβήσεις.

Χ
Ποιο το ακατάλυτο στου γίγνεσθαί Σου το καμίνι;
Όχι γυναίκα, όχι παιδιά, σύντομα όχι στέγη·
ό,τι αφαιρέσεις από εδώ, πού, πώς να ξαναγίνει;
Ότι πολύ ηγάπησε, διό και νυν Σε ψέγει.

ΧΙ
Όποιος και όπου κι όπως κι αν είσαι,
πόσα άλλα δάκρυα πια για να Σε δούμε;
Αιώνες πριν μας θέλησες κι αιώνες μάς αρνείσαι,
χωρίς Εσένα προς Εσένα προχωρούμε.

ΧΙΙ
Ν’ αντέχεις λέω ν’ αντέχεις
την πλημμυρίδα και την άμπωτη
της Λέξης το ξεχείλισμα
και το πικρό το στέρεμά της.

ΧΙΙΙ
Βαρύς, σημαίνει θάνατο, ο χτύπος της καμπάνας.
Τέλος του κόσμου. Και ντροπή, ούτε καν Σε ψέλλισα·
κι ούτε ελεγεία ή προσευχή κι ούτε -αλίμονο- παιάνας.
Αλλιώς, αλλιώτικο με θέλησα.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Απρίλιος 15, 2009

MYSTERIUM


MYSTERIUM


Νύχτα. Τον θόλο τ’ ουρανού η αστραπή διατρέχει
από τη μια τού ορίζοντα ώσμε την άλλη άκρη,
με φως κυανό τονίζοντας σε μια στιγμή τα μάκρη
μέλαινας γης που υπόμονη και σοβαρή προσέχει·
ν’ ακούσει· τι; Σαν θάνατος, σιωπή στην πλάση πάσα
κι όλα ριγούν ακίνητα στην πρώτη μέσα σκέψη,
ο Κόσμος που ξεκόρμισε στη μήτρα να επιστρέψει,
σαν μακελεύτρα τον γεννά του Αρχαίου Θεού η ανάσα.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Επίγραμμα



Επίγραμμα


Το παντελόνι κυνηγά συνέχεια το φουστάνι
και το μαντήλι πού ‘πεσε το αφήνω στο κενό.
Κυρίες, υπάρχουν Κύριοι. Κι εγώ σα νά ‘χω κάνει
πολλά. Κάπου βαρέθηκα το ρόλο το γνωστό.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Μάρτιος 05, 2009

Αγία Θηρεσία


Ψυχή μου θηλυκιά, όλο προσμένεις
το βλέμμα Του, τον ψίθυρο, το χάδι·
αόρατη σκιρτάς και υπομένεις
τα πάντα ή σχεδόν για ένα σημάδι

που θα σου δείξει - ες μάτην δε διαβαίνεις
στου κόσμου το αβασίλευτο σκοτάδι·
πως αγαπάς, πως αγαπιέσαι κι ανασαίνεις
το απρόσιτο οικείο, και στον Άδη.

Να ιδωθείς ολάκερη ως είσαι -
του Αγαπημένου, αρχή ιερή και τέλος,
και μέσα Του να πεις στο φως σου "δύσε"...

ένας σπασμός απ' το χρυσό σε λύνει βέλος
που ανήλεο, μυστικό σε διαπερνά
ώσμε το ύστατο, εκπνέον Ωσαννά.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Δεκέμβριος 08, 2008

ΧΧVIII


XXVIII
Τραγούδησε για λίγο, μα τώρα πια αθεράπευτα σωπαίνει.
Κοιμάται ύπνο βαρύ. Με πόνους κάπου κάπου τον ξυπνώ.
Ανίδεος, λειψός και αδικαίωτος τούς υπομένει.
Πριν λίγες μέρες έκλεισε τα είκοσι οκτώ.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Νοέμβριος 02, 2008

Παρόν αιώνιο το Μηδέν...



Παρόν αιώνιο το Μηδέν...

Παρόν αιώνιο το Μηδέν και απλώνει·
την ώρα ετούτη το Ένα ομιλεί
και στέκει αντίμαχο διαρκώς και συνενώνει
τη γέννηση και την καταστροφή.

Αναμετρά ο Έρωτας την πλάση
κι η Γης ανανογιέται τον σεισμό,
ριγούν κι από τον άνεμο τα δάση
και το όρος συλλογάται το Υψηλό.

Το Δύσκολο στοχάζεται η Κτίση
και τη φουρτούνα η στάλα το νερό
κι αφήνει το φιλί για να μιλήσει
το στόμα και να πει τον Λογισμό.

'Ενας Θεός θωρεί στο κάθε βλέμμα
και λόγοι είναι στα χείλη Του Εντολής
και με το αίμα Του γραμμένοι είναι στο αίμα
και να διαβάσεις πρέπει να μπορείς.

"Ώς και στον θάνατό σου θα νικήσεις,
αν τη Μεγάλη Αγάπη κοιμηθείς,
και θα γραφτείς, και θα γραφτείς, και δεν θα σβήσεις,
το Αχειροποίητον εντός σου αν θυμηθείς".

Λέξη τη λέξη γράφεται η Πίστη,
στίχο το στίχο εκφύεται η Ορμή,
το Έσχατον που απ' την Αρχή σού ορίστη -
το Πνεύμα που σαρκώνει το κορμί.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Οκτώβριος 27, 2008

Τραγουδώ το κορμί σου...


Τραγουδώ το κορμί σου...


Τραγουδώ το κορμί σου
και το κορμί σου δίπλα στο κορμί μου
όπως συστρέφεται αναλύεται και με ομορφαίνει

τα δυο κορμιά μας τραγουδώ
σάρκες και νεύρα και κόκκαλα
και αναρίθμητους σε σύσπαση μυώνες
τον ιδρώτα τούς χυμούς και το αίμα
το σμίξιμο που από τον κόσμο εκλάπη
το επισφαλές και το σε κίνδυνο διαρκώς
τραγουδώ και τραγουδώ και τραγουδώ
σε κάθε φιλί και χάδι και ανάσα
το αγκάλιασμα το αγέραστο το ρωμαλέο

τον Έρωτά μας τραγουδώ
τους δυο μας σε Ένα τραγουδώ
και υψώνω
τον Έρωτά μας ριζιμιό του Στίχου μου λιθάρι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Οκτώβριος 23, 2008

Fidelitas


Fidelitas


Toν κόσμο αυτόν μην τον ακούς
που για τις απιστίες μου όλο λέει.
Φτωχός – κι όλο μετράει κορμιά
δειλός – και πάντα σάρκες θα ζυγίζει.

Μα εγώ
τραχύς και δυσανάγνωστος θα παραμένω
και των βλεμμάτων αδιαπέραστος
μονόλιθος θα προχωρώ
τo διά του λόγου κατακτώντας
άγριo μέτρo.

Τον κόσμο μην ακούς
που για τις απιστίες μου όλο λέει.

Δεν σου απίστησε ποτέ ρυθμός ή στίχος.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Οκτώβριος 01, 2008

Μεγάλε Γκρίζε...


Μεγάλε Γκρίζε…


Μεγάλε Γκρίζε, η στέπα της καρδιάς σου
το πώς γεννήθηκε κανείς δεν ξέρει.
Υπάρχει όμως. Το λέει το ούρλιαγμά σου
και του ματιού σου τ’ άστρο, το μαχαίρι

που μαύρο καθρεφτίζει τη θωριά σου
στο στιβαρό σου αστράφτοντας το χέρι.
Μεγάλε Γκρίζε, η θλίψη -ετοιμάσου-
που χρόνια έφερες, αυτή τώρα σε φέρει.

Εδώ είναι η τύρβη γλώσσα του Θανάτου
και τη σιωπή γυρεύει να επιβάλει·
Λύκε, ας ζεις κι εσύ μες στη σκιά του,

τον Λόγο αγριεύεις όμως πάλι…
Λύκε αδερφέ στη μάχη και στη νύχτα,
μη σταματάς, στο Τίποτε αλύχτα…


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 29, 2008

Η Αφίλητη




Για το φιλί που αβέβαιο μακρινό
κι ώς την απελπισία ελπίζει
αρνείται όλα τα βέβαια και τα εγγύς

κι η πολυφίλητη αφίλητη απομένει
νύχτα τη νύχτα δύναμη κερδίζοντας
και θάρρος που θωρείς και λες –
του κόσμου αυτού δεν είναι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Σεπτέμβριος 14, 2008

Λάμπουν ακόμα χρυσαφένια τα μαλλιά...


Λάμπουν ακόμα χρυσαφένια τα μαλλιά


Λάμπουν ακόμα χρυσαφένια τα μαλλιά
γαλάζιο κι αξεθώριαστο φέγγει το μάτι
το στήθος σφριγηλό φουσκώνει πάνω απ’ την καρδιά
και τα λαγόνια ακούραστα καλούν κι άλλο αναβάτη

πολλές ακόμα, ναι, της μέλλονται χαρές
πόνους, και πόσους, έχει να γνωρίσει
θα μισηθεί, θ’ αγαπηθεί από ψυχές
μα πια κανείς δε θα την τραγουδήσει.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιούλιος 21, 2008

Mαύρος Άγγελος



Το σώμα αναζητά την καίρια λέξη,
να πει, να πει αυτό που το συνέχει,
τον ίδιο του τον θάνατο ν’ αντέξει,
αυτό που εντός του φέρει μα που απέχει.

Σώμα νεκρό -κι η γλώσσα δε θα στέρξει-,
κατέχεται από αυτό που δεν κατέχει,
στην ανδροφόνο αφέθηκε πια έλξη
και ζωντανό τού ολέθρου του μετέχει.

Μαύρε Άγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι αργά ή γοργά στον Θάνατο τον Ένα
με σέρνεις, με οδηγείς· με ματαιώνεις·

φωνήεν ή σύμφωνο του λόγου μου κανένα
δε μου αφήνεις να ιστορήσω τη ζωή μου…
Βουβή αποβαίνεις, Γλώσσα μου και Γη μου.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Ιούνιος 28, 2008

Mαύρη Λειτουργία Ι




Σάρκας σταρένιας σκοτεινή, κορμιού θρησκεία –
σπλάχνο μου ξόρκι έδεσες -φτερά την προσκυνούν-
σαλεύει και αναδύεται η Μαύρη Λειτουργία,
δράκοντες που αγάλλονται και λύκοι που υλακούν.

Νύχτα, και πάλι με γεννάς -με διώχνει πάντα η μέρα-
και με τη λέξη ψηλαφώ κι όλο γυρεύω
τον εκπεσόντα γιο και αρνούμαι τον Πατέρα
και ομολογώ έν βάπτισμα στη σάρκα που λατρεύω…

… Το τρομερό μου «Αμήν» στα πόδια σου αποθέτω,
να δούμε αν θά ‘σαι άξιος τού «Ωσαννά»,
για το κορμί της -ναι, η βασιλεία σου ελθέτω-
εσένα τώρα επικαλούμαι, Σατανά.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιούνιος 27, 2008

MIHAI EMINESCU - Ένα ποίημα


Αν η λεύκα


Αν η λεύκα αναρριγά
κι αν χτυπούν τα τζάμια οι κλώνοι,
είναι που τη βλέπω αργά
νοερά να με σιμώνει.

Τ' άστρα αν λάμπουν στο νερό
κι ώς τα βάθη του, το κάνουν
ήρεμο ύπνο να χαρώ
και το νου μου να γλυκάνουν.

Κι αν η συννεφιά σχιστεί
για να λάμψει, όπου και νά 'μαι,
το φεγγάρι, είναι γιατί
μέρα νύχτα σε θυμάμαι.


Μιχάι Εμινέσκου

Πηγή: Εμινέσκου, Ποιήματα, Μτφ. Ρίτα Μπούμη Παπά, Μέλισσα

Raymond Carver, To δικό μου Κοράκι - Μεταγραφή


Tο δικό μου Κοράκι

Ένα κοράκι πέταξε στο δέντρο έξω απ’ το παράθυρό μου.
Δεν ήταν το κοράκι του Τεντ Χιουζ ή το κοράκι του Γκάλγουεϊ.
Ή του Φροστ, του Παστερνάκ ή το κοράκι του Λόρκα.
Ή ένα απ’ τα κοράκια του Ομήρου, γεμάτα πηχτό αίμα,
μετά τη μάχη. Αυτό ήταν απλώς ένα κοράκι.
Που ποτέ δεν ταίριαξε πουθενά στη ζωή του
ή έκανε κάτι το αξιόλογο.
Κάθισε εκεί στο κλαδί για λίγα λεπτά.
Και μετά σηκώθηκε ξαφνικά και πέταξε όμορφα
μακριά από τη ζωή μου.


Raymond Carver
Mεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Ιούνιος 22, 2008

Στίχοι στον "Αλέξη Νόβα"


Tου αδερφού Ι.Κ.Γ.

… γέρικα χέρια βρεφικά να τείνουν στην πηγή
και που, αν κράτησαν, δεν κράτησαν μαχαίρια,
χείλη που, αν γνωρίσανε, δε γνώρισαν φιλί
και χείλη που δεν είπανε τ’ αστέρια,

κι αν είπαν, είπαν ταπεινά
τη χλόη και κάτι ανθούς -ποιου παραδείσου;-
μέσα σε στάχτη, στάχτη και καπνιά,
αφού αν είναι η φωτιά, είναι μαζί Σου…

τα μάτια που χαρήκαν το νερό,
που γνώρισαν τους κύκλους του, το ρεύμα,
η γλώσσα που γεννά το μυστικό,
η γλώσσα που όλο γεύτηκε το αίμα,

ο ουρανός, που πάντα καρτερεί,
που την κορφή στο γκρέμισμα γυρεύει,
η ανατολή, η δύση στη σιωπή
και κάποια γη που ακόμα υπομονεύει…

ο αρχέγονος στα χείλη σου σκοπός,
η ποντισμένη στην ψυχή σου ελπίδα,
ο έσχατος, ο πρώτος σου εαυτός,
του χρόνου η μέριμνά σου κι η φροντίδα,

της θλίψης η μικρή, δειλή βροχή,
το ριγηλό, το νοτισμένο χώμα,
το χάδι σου που ανάερο πενθεί
κι η δύσκολη, στυφή σου αγάπη ακόμα… …

… με επίμονη στις πέτρες την αφή
-όσα κορμιά λογίζονται και οι τάφοι,
τι ξεθωριάζει και τι μένει απ’ τη γραφή-
το χέρι σπάει, μα ο νους ακόμα γράφει

κι ο λογισμός και τ’ όνειρο μιλούν
μια γλώσσα σιωπηρή και που επιμένει
κι ο λίβας αλυχτά και ο σιμούν
μιαν έρημο χαράσσει απαρνημένη…

μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή
πυρώνει το αόρατο καμίνι,
κόκκαλα, σπλάχνα, δέρμα, να η μορφή,
η μνήμη που σεπτή σού παραδίνει

ακέρια κι απ’ τη σάρκα πιο κρουστή,
γυναίκα, Παναγία και αλγηδόνα,
ο γυρισμός, η οδός, η επιστροφή,
ένας αχός, μια λέξη, μια εικόνα…



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιούνιος 16, 2008

Robert Pinsky, To Tραγούδι του Σαμουράι - Μεταγραφή



Το Τραγούδι του Σαμουράι


Όταν δεν είχα στέγη έκανα
Στέγη μου την τόλμη. Όταν δεν είχα
Δείπνο δειπνούσαν τα μάτια μου.

Όταν δεν είχα μάτια άκουγα.
Όταν δεν είχα αυτιά σκεφτόμουν.
Όταν δεν είχα σκέψη ανέμενα.

Όταν δεν είχα πατέρα έκανα
Πατέρα μου τη μέριμνα. Όταν δεν είχα
Μητέρα αγκάλιασα την τάξη.

Όταν δεν είχα φίλο έκανα
Φίλο μου τη σιωπή. Όταν δεν είχα εχθρό
Αντιτάχθηκα στο σώμα μου.

Όταν δεν είχα ναό έκανα
Ναό μου τη φωνή μου. Δεν έχω
Ιερέα, χορός μου η γλώσσα μου.

Όταν δεν έχω βιος, η τύχη
Είναι το βιος μου. Όταν δε θα ‘χω
Τίποτα, βιος μου θα είναι ο θάνατος.

Τακτική μου η ανάγκη, στρατηγική μου
Η απόσπαση. Όταν δεν είχα
Ερωμένη, πολιορκούσα τον ύπνο μου.


Robert Pinsky
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Ιούνιος 14, 2008

Το Ρήμα


Όχι τα μάτια μου
που γύρεψαν τα μάτια σου
μήτε το χάδι μου που θέλησε
φορές μυριάδες το κορμί σου
μήτε το δύσκολο το δυσχερές φιλί
που ανάπαυση στα χείλη σου ζητούσε
του ύπνου ή του θανάτου

παρά το Ρήμα που με διάλεξε
γιατί να διαλεχτώ από νωρίς αφέθηκα
η Λέξη που εκφύεται για να σε πει
η Λέξη που για να υπάρξει υπάρχεις
το Ρήμα που του ανήκω ολόκληρος
και Ρήμα μου το λέω
το Ρήμα
αυτό και μόνον
σε διαλέγει

το ενθάδε και το νυν
αυτό
που ανείπωτο γυρεύει όλο να ειπωθεί
δι’ ημών
αγέννητο διαρκώς μα υπάρχον ήδη
αιμάσσοντας
μοχθώντας λέει και λέγεται
κι εσύ αναδύεσαι εντός του

στο αδιάφθορο του πάθους πλέον κατοικείς
πάντα η αυτή
μορφή αχαλίνωτη
κι ασπαίρουσα
στην κοσμική τριγύρω νύχτα


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Ιούνιος 08, 2008

Αφροδίτη Ουρανία


Σαν έρθει η ώρα Αφροδίτη Ουρανία
ν’ αριθμηθώ κι εγώ μες στους πιστούς σου
δε θέλω οι που αγάπησα να μεσιτεύσουν
μήτε κι οι που μ’ αγάπησαν αυτές

παρά οι δυσαρίθμητες κι ανέγνωρες γυναίκες
που δρόμους γνώριμους αφήνοντας
-και δίχως ν’ ανταλλάξουμε μιλιά-
φορές αμέτρητες επήρα στο κατόπι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Απρίλιος 17, 2008

TO ΩΜΕΓΑ



ΤΟ ΩΜΕΓΑ



Απόσυρε απ' το κορμί την κάθε λέξη
στη θάλασσά Σου πόντισε τη μουσική
γίνου ο βαθύς λειμώνας δέξου το όρος
και δώσε στη φωτιά να κοιμηθεί

σβήσε απ' το αίμα στο αίμα μου τη μνήμη
τίποτε να μην είναι να ειπωθεί
και οδήγησε και φτάσε με στο Ωμέγα
και ανάλυσε το πρόσωπό μου στη ζωή
ώσπου μορφή μορφή να μην υπάρχει

και τέλειωσε και απόλυσε τον χρόνο

τα χείλη λάβε πάρε μου μ΄ένα φιλί
στον Πόλεμό Σου δος μου την Ειρήνη
στον Λόγο τον δικό Σου τη Σιωπή.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Ιανουάριος 08, 2008

Silencio








Τετάρτη, Δεκέμβριος 19, 2007

Λήκυθος


Κι όταν ακόμα του στερούν
στην αρχή
τη φιλία και τον έρωτα
και ύστερα
τη λευτεριά και το ψωμί
στο αμετάδοτο εαυτόν ανάγοντας
χαλκό κρατά·

του στίχου του την περηφάνεια.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Αντόνιο Πόρτσια (1)





Μικρό είναι εκείνο που για να δειχτεί κρύβει.


Πηγή: Φωνές, Αντόνιο Πόρτσια, Μτφ. Βασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Ίνδικτος.

Κυριακή, Δεκέμβριος 16, 2007

Andrei Tarkovsky - Romain Rolland: Αντιστίξεις και Αναλογίες

video

Ο Άγιος Κριστόφ πέρασε τον ποταμό. Όλη τη νυχτα βάδισε ενάντια στο ρεύμα. Σα βράχος, το κορμί του με τ΄ αθλητικά μέλη ξεπετιέται πάνω απ΄τα νερά. Στον αριστερό του ώμο κάθεται το Παιδί, αδύνατο και βαρύ. Ο Άγιος Κριστόφ στηρίζεται πάνω σ΄ένα ξεριζωμένο πεύκο που λυγάει. H ραχοκοκαλιά του κι αυτή λυγάει. Εκείνοι που τον είδαν να φεύγει, είπαν πως δε θά 'φτανε ποτέ· και πολύ καιρό τον ακολούθησαν τα σκώμματά τους και τα γέλια τους. Ύστερα η νύχτα απλώθηκε, κι εκείνοι κουράστηκαν. Τώρα ο Κριστόφ είναι πάρα πολύ μακριά για να τον φτάσουν οι κραυγές εκείνων που μένουν στην όχθη. Μέσα στο θόρυβο του χειμάρρου, δεν ακούει παρά την ήρεμη φωνή του Παιδιού, που κραταει μες στη μικρή του γροθιά μια σγουρή τούφα απ' τα μαλλιά του γίγαντα, λέγοντάς του ολοένα: "Περπάτα"!

Ο Κριστόφ περπατάει, με τη ράχη σκυφτή, με τα μάτια ίσα μπροστά, στυλωμένα πανω στη σκοτεινή όχθη που οι απόκρημνοι βράχοι της αρχίζουν ν' ασπρογαλιάζουν.

Ξαφνικά ο όρθρος σημαίνει, κι ένα πλήθος από καμπάνες ξυπνάει χοροπηδώντας. Να η καινούργια αυγή! Πίσω απ' τη σκοτεινή απόκρημνη ακτή υψώνεται ο χρυσός φωτοστέφανος του αόρατου ήλιου. Ο Κριστόφ, έτοιμος να πέσει, φτάνει επιτέλους στην όχθη. Και λέει στο Παιδί:

- Να, φτάσαμε. Πόσο ήσουνα βαρύ! Παιδί, ποιος είσαι λοιπόν;

Kαι το Παιδί αποκρίνεται:

- Είμαι η μέρα που θ' ανατείλει.

Πηγές: NΟΣΤΑΛΓΙΑ, του Αντρέι Ταρκόφσκι.

ΖΑΝ ΚΡΙΣΤΟΦ, Ρομαίν Ρολλάν, Mτφ. Γιώργος Πράτσικας, Εκδόσεις Γκοβόστη.

Τετάρτη, Νοέμβριος 28, 2007

Haiku (2)



Στίχοι κι αγάπες
λησμονημένοι νεκρές
που με στοιχειώνουν

***
Κάποτε κλείνω
τη βοή της θάλασσας
μες στα κοχύλια

***
Βαθιά στο δάσος
το πέλμα της χαίρονται
πευκοβελόνες

***
Από τη σκέψη
βαρύς και σκληρότατος
από το πάθος

***
Τα δάχτυλά μου
πάνω της κρατάν γερά
το πεπρωμένο

***
Τα δάχτυλά της
λέαινες πάνω μου που
ψαύουν την πέτρα

***
Εδώ ανατέλλει
μέσα σε θρύλο η θλίψη
και με νυχτώνει

***
Λάμψη σκοτεινή
Νοέμβριε του Σκορπιού
που μου ταιριάζεις

***
'Εχεις στα χείλη
φιλιών το ναι και τ' όχι
και όλος τρέμω

***
Ώρες της θλίψης
κρατούν το μυστικό τους
επτασφράγιστο

***
Ιδεόγραμμα
στη γλώσσα του αίματος
διαβάζω ξίφος

***
Και ο πάγος μου
δεν καίει λιγότερο
απ' τη φωτιά μου


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Νοέμβριος 15, 2007

Λεξικογράφος



Ποίηση·
με τον τρόπο του Έρωτα
αφήγηση Θανάτου.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Νοέμβριος 10, 2007

Ο Δαίμονας (Απόσπασμα 8ο)



Τον Έρωτα τον έμαθα στα ερέβη,
μέσα σε νύχτες πυρωμένες και γκρεμούς,
στον Τάρταρο που ζει για να μολεύει,
μα εγώ κρατήθηκα αγνός με τους αγνούς.


Πόρν’ η λαγνεί’ ας είναι κι ας χορεύει,
θυμήσου, εσύ, τι βλέπεις τώρα και ακούς,
τη ρώμη μου τα άγρια να λατρεύει,
σκληρού, πυρακτωμένου Δαίμονα ψαλμούς.


Κυριαρχεί στα τέλματα η φωτιά μου·
και μες στης πόρνης πάλι αγνός την αγκαλιά
γιατί αγκάλιαζα κι εκεί με τα φτερά μου –

μες στους ξανασασμούς από τα στήθια,
στο ψέμα μέσα της στιγμής και στα φιλιά
εγώ με αγάπη αγκάλιαζα κι αλήθεια.




© Θεοδόσης Βολκώφ